ἀκάθαρτος

ἀ|κάθαρτος, ον нечистый

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἀκάθαρτος" в других словарях:

  • ἀκάθαρτος — uncleansed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακάθαρτος — η, ο (Α ἀκάθαρτος, ον) 1. αυτός που δεν είναι καθαρός, ο βρόμικος, ο λερωμένος 2. (για τον αέρα) ο μολυσμένος 3. ακάθαρτος στην ψυχή, διεφθαρμένος 4. αυτός που δεν έχει καθαρθεί, δεν έχει εξαγνιστεί 5. (για υγρά ή στερεά) εκείνος που περιέχει… …   Dictionary of Greek

  • ακάθαρτος — η, ο 1. βρόμικος, ρυπαρός: Η πετσέτα είναι ακάθαρτη. 2. αυτός που δεν είναι αγνός, καθαρός: Ήταν ψυχή πονηρή κι ακάθαρτη. 3. αυτός που δεν απαλλάχτηκε από τις ξένες ουσίες που έχει: Το πετρέλαιο έρχεται στα διυλιστήρια ακάθαρτο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀκαθαρτότερον — ἀκάθαρτος uncleansed adverbial comp ἀκάθαρτος uncleansed masc acc comp sg ἀκάθαρτος uncleansed neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκαθαρτότατα — ἀκάθαρτος uncleansed adverbial superl ἀκάθαρτος uncleansed neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκαθαρτότατον — ἀκάθαρτος uncleansed masc acc superl sg ἀκάθαρτος uncleansed neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκαθάρτως — ἀκάθαρτος uncleansed adverbial ἀκάθαρτος uncleansed masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκάθαρτον — ἀκάθαρτος uncleansed masc/fem acc sg ἀκάθαρτος uncleansed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκαθαρτότερα — ἀκάθαρτος uncleansed neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκαθαρτότεραι — ἀκάθαρτος uncleansed fem nom/voc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκαθαρτότεροι — ἀκάθαρτος uncleansed masc nom/voc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.